ΓΕΝΟΚΤΟΝΙΑ 2015

Σαρρής Κώστας
Κοινωνικο-πολιτικές όψεις
της Γενοκτονίας του Ποντιακού Ελληνισμού
(Πλατεία Ευόσμου, 24 Μάη 2015)

 

Συγκεντρωθήκαμε εδώ, σήμερα, για να τιμήσουμε τα χιλιάδες θύματα της
Γενοκτονίας του Ποντιακού Ελληνισμού. Η 19η Μάη έχει ανακηρυχθεί από το
1994 ως «Ημέρα Μνήμης για τη Γενοκτονία των Ελλήνων στο Μικρασιατικό

Πόντο». Εκείνη την ημερομηνία του 1919 ήταν που ο Μουσταφά Κεμάλ (ο
οποίος μετέπειτα πήρε το προσωνύμιο Ατατούρκ) αποβιβάστηκε στη
Σαμψούντα σηματοδοτώντας, ουσιαστικά, την έναρξη της δεύτερης, και
τελικής, φάσης της ποντιακής γενοκτονίας.
Στις αρχές του 1900, η Οθωμανική Αυτοκρατορία αποτελούσε μία από τις
τελευταίες πολυεθνικές αυτοκρατορίες. Χαρακτηριζόταν, μάλιστα, από σαφή
καθυστέρηση τόσο στην οικονομική όσο και στην κρατική, την πολιτική της
διάρθρωση. Όταν παντού γύρω της ιδρύονταν και αναπτύσσονταν εθνικά
αστικά κράτη, η Οθωμανική Αυτοκρατορία αποτελούσε ένα μεγάλο
αναχρονισμό. Ωστόσο, αυτός ο αναχρονισμός υποστηριζόταν από τις μεγάλες
δυνάμεις της Αγγλίας, της Γαλλίας και της Γερμανίας, ακριβώς γιατί ο
οθωμανός σουλτάνος συνέχιζε να εξυπηρετεί τα συμφέροντά τους στην Εγγύς
και Μέση Ανατολή.
Από την άλλη, την ίδια περίοδο, η οικονομία της Οθωμανικής
Αυτοκρατορίας βρισκόταν σχεδόν αποκλειστικά σε χέρια μη τουρκικά. Το
μεγαλύτερο τμήμα του εμπορικού κεφαλαίου ανήκε σε Έλληνες, Αρμένιους,
Εβραίους και Σύριους. „Μετά το 1883, τέσσερις μεγάλοι ελληνικοί τραπεζικοί
και εμπορικοί οίκοι της Τραπεζούντας ήλεγχαν μαζί με το υποκατάστημα της
Τράπεζας Αθηνών σχεδόν όλη την οικονομία του Ανατολικού Πόντου.“
Σε αυτό το γενικότερο κοινωνικοοικονομικό πλαίσιο εκδηλώθηκε και
επικράτησε το κίνημα των Νεότουρκων (1908). Πίσω από το αρχικό προσωπείο
κάποιων μεταρρυθμίσεων δεν άργησε να φανεί το πραγματικό πρόσωπο του
νεοτουρκικού καθεστώτος. Οι εργατικές και αγροτικές κινητοποιήσεις που
πρόβαλλαν κοινωνικά αιτήματα κατεστάλησαν βίαια από τον οθωμανικό
στρατό. Από την άλλη, στο εθνικό ζήτημα, οι Νεότουρκοι ανακήρυξαν ως
επίσημο δόγμα τους τον «οσμανισμό»: «Τυπικά, "οσμανισμός" σήμαινε ισότητα
για όλους τους υπηκόους του σουλτάνου μπροστά στο νόμο, αλλά στην ουσία οι
Νεότουρκοι αρνούνταν πως υπάρχει εθνικό ζήτημα στην Τουρκία και ήθελαν να
αφομοιώσουν με τη βία τις εθνικές μειονότητες».
Ήταν σαφές πως, μέσω των Νεοτούρκων, η ανερχόμενη τουρκική αστική
τάξη διεκδικούσε πλέον το έθνος - κράτος της. Στις εξελίξεις αυτές, βέβαια, δεν
αποτέλεσε κάποια ιστορική ιδιομορφία ή εξαίρεση. Ακολουθούσε μια πορεία η
οποία υπήρξε, ως επί το πλείστον, κοινή σε όλες τις αντίστοιχες περιόδους
ανάπτυξης των «εθνικών» αστικών τάξεων στην Ευρώπη και αλλού.
Συνεπώς, το εθνικό ζήτημα και όσα οδήγησαν στη γενοκτονία τόσο των
Αρμενίων όσο και των Ποντίων, αλλά και στη Μικρασιατική Καταστροφή,
υπήρξαν άρρηκτα συνδεδεμένα με το ζήτημα της κυριαρχίας της τουρκικής
αστικής τάξης στο γεωγραφικό χώρο της Μικράς Ασίας, τον οποίο η ίδια
θεωρούσε «δικό» της και τον διεκδικούσε από τους Ελληνες και Αρμένιους
ομολόγους της. Χαρακτηριστική ως προς αυτό είναι η ακόλουθη δήλωση που
διατυπώθηκε κατά τη διάρκεια σύσκεψης παραγόντων του κόμματος των
Νεότουρκων το 1915: «Αν η εξόντωση του αρμενικού στοιχείου, μέχρι και του
τελευταίου, είναι αναγκαία για την εθνική μας πολιτική, πολύ περισσότερο είναι
αναγκαία για την εδραίωση της εθνικής μας οικονομίας».
Σε αυτό το εκρηκτικό πλαίσιο, η εμπλοκή των μεγάλων δυνάμεων, για τη
διασφάλιση ή επέκταση της οικονομικής τους διείσδυσης και εκμετάλλευσης
της Μικράς Ασίας, λειτούργησε ως πυροκροτητής. Οι Νεότουρκοι, μαζί με το
σουλτανικό καθεστώς, κατέληξαν στο να προωθήσουν τα συμφέροντά τους
μέσα από τη συμμαχία τους με τη Γερμανία, στην οποία παραχώρησαν πολλά
οικονομικά προνόμια. Η σταδιακή όξυνση της σύγκρουσης των Νεοτούρκων με
τη μη μουσουλμανική αστική τάξη και η παραδοσιακή πρόσδεση της τελευταίας
στην Αγγλία, τη Γαλλία και τη Ρωσία αντιμετωπίστηκαν από το γερμανικό
ιμπεριαλισμό ως σοβαρός, εν δυνάμει κίνδυνος για την κυριαρχία του στις
αγορές της Εγγύς και Μέσης Ανατολής
Και, δυστυχώς, η βίαιη εκτόπιση ή εξολόθρευση ολόκληρων λαών προς
εξυπηρέτηση οικονομικών και πολιτικών συμφερόντων δεν ήταν, ούτε είναι,
κάτι το πρωτόγνωρο στην ιστορία της ανθρωπότητας.
Ήδη το 1911, στο συνέδριο των Νεοτούρκων στη Θεσσαλονίκη πάρθηκε
η απόφαση ότι „Αργά ή γρήγορα θα πρέπει να ολοκληρωθεί η πλήρης
οθωμανοποίηση όλων των υπηκόων της Τουρκίας. Και ασφαλώς, είναι
ολοκάθαρο ότι αυτό δεν θα μπορέσει να γίνει με την πειθώ και, κατά συνέπεια,
θα πρέπει να προσφύγουμε στην ένοπλη βία... Το δικαίωμα των άλλων
εθνοτήτων να έχουν τις δικές τους οργανώσεις θα πρέπει να αποκλειστεί... Οι
εθνότητες είναι αμελητέες ποσότητες.“ Οι πραγματικές διαθέσεις και
οικονομικές στοχεύσεις των Νεοτούρκων φάνηκαν πολύ γρήγορα: την ίδια
χρονιά, του 1911, μεθοδεύεται άτυπο εμπορικό μποϊκοτάζ με στόχο τις
ελληνικές και αρμενικές επιχειρήσεις.
Οι Βαλκανικοί Πόλεμοι του 1912-3 και οι μεγάλες εδαφικές απώλειες
που σήμαναν για την Οθωμανική Αυτοκρατορία, αλλά και οι προεργασίες για
το ξέσπασμα του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου (1914-8) αποκρυστάλλωσαν την
εκκαθαριστική πολιτική των Νεοτούρκων έναντι των μειονοτήτων. Οι διωγμοί
εκδηλώθηκαν αρχικά με τη μορφή σποραδικών κρουσμάτων βίας,
καταστροφών, απελάσεων και εκτοπισμών. Πολύ γρήγορα, όμως, έγιναν πιο
συστηματικοί, πιο οργανωμένοι και εκτεταμένοι και στρέφονταν τόσο κατά των
Ελλήνων όσο και κατά των Αρμενίων. Εμπνευστής και εγκέφαλος αυτής της
επιχείρησης γενοκτονίας τέθηκε ο Μεχμέτ Ταλαάτ, υπουργός των Εσωτερικών,
έπειτα από μια σύσκεψη ηγετικών στελεχών της νεοτουρκικής κυβέρνησης, στις
8 Μάη του 1914. Η είσοδος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στον Α΄
Παγκόσμιο Πόλεμο στο πλευρό των Γερμανών σήμαινε ότι οι σχεδιασμοί της
τουρκικής αστικής τάξης και των Νεοτούρκων σε βάρος των μειονοτήτων
έπρεπε να επιταχυνθούν. Καθόλου τυχαία, η περίοδος του Α΄ Παγκόσμιου
Πολέμου, 1914-9, θεωρείται η πρώτη από τις δύο φάσεις της γενοκτονίας του
Ποντιακού Ελληνισμού.
Ένα από τα χαρακτηριστικά αυτής της πρώτης φάσης ήταν η
επιστράτευση και τα τάγματα εργασίας. Στις 20 Ιουλίου 1914 κηρύχτηκε γενική
επιστράτευση όλων των εθνών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Πολλοί
Πόντιοι, μη θέλοντας να καταταγούν στον οθωμανικό στρατό, κρύβονταν, ενώ
πολλοί από εκείνους που στρατεύτηκαν, λιποτακτούσαν. Ο λόγος ήταν, φυσικά,
τα τάγματα εργασίας. Τα επονομαζόμενα και αμελέ ταπουρού επανδρώνονταν
από χριστιανούς στρατιώτες και στέλνονταν στα βάθη της Μικράς Ασίας,
υποτίθεται για να κάνουν στρατιωτικά έργα. Ωστόσο, ήταν τόσο άθλιες οι
συνθήκες ζωής, τόσο λίγη η τροφή και τόση η κακομεταχείριση, ώστε ελάχιστοι
επέζησαν. Τα αμελέ ταπουρού ήταν, στην πραγματικότητα, τάγματα εξόντωσης
των στρατευμένων χριστιανών. Σοβαρό μερίδιο ευθύνης είχαν και οι γερμανοί
στρατιωτικοί εμπειρογνώμονες που έδωσαν τη συγκατάθεσή τους στην ίδρυση
των ταγμάτων εργασίας, ενώ συμβούλευσαν τους Νεότουρκους και για τη
μαζική εκτόπιση μεγάλου αριθμού χριστιανικών πληθυσμών από τα
μικρασιατικά παράλια επικαλούμενοι αμυντικούς λόγους.
Μεταξύ 1915-6 η Γενοκτονία των Αρμενίων είχε ολοκληρωθεί, ενώ στον
Πόντο οι διωγμοί έπαιρναν τραγικές διαστάσεις. Το κύμα μαζικών διώξεων
ξεκίνησε στον Πόντο με την μορφή εκτοπίσεων το 1915, παράλληλα με τη
γενοκτονία των Αρμενίων. Οι εκτοπίσεις συνεχίζονταν και κατά την εποχή που
τα ρωσικά στρατεύματα εισήλθαν στην Τραπεζούντα, στις αρχές του 1916.
Ιδιαίτερα με το πρόσχημα ότι οι Πόντιοι υποστήριζαν τις κινήσεις των Ρώσων,
μεγάλος αριθμός κατοίκων από τις περιοχές της Σινώπης και της Κερασούντας
εκτοπίστηκαν στην ενδοχώρα της Μικράς Ασίας. Ύστερα από την
συνθηκολόγηση της Ρωσίας και την απόσυρση του ρωσικού στρατού από την
περιοχή, οι διώξεις εντάθηκαν.
Η τρομοκρατία, τα τάγματα εργασίας, οι εξορίες, οι εκτελέσεις, οι
πυρπολήσεις χωριών και πόλεων, οι βιασμοί και οι δολοφονίες ανάγκασαν τους
Έλληνες του Πόντου να ανεβούν στα βουνά οργανώνοντας αντάρτικο, για να
προστατεύσουν τον άμαχο πληθυσμό. Το Ποντιακό Αντάρτικο έδρασε κυρίως
στο Δυτικό Πόντο, ενώ στον Ανατολικό είναι γνωστό το αντάρτικο της Σάντας.
Γύρω στα 1921, υπολογίζεται πως οι Πόντιοι αντάρτες στο σύνολό τους
ανέρχονταν σε πάνω από 12.000 άνδρες. Κατά κοινή ομολογία, τα θύματα της
γενοκτονίας θα ήταν πολύ περισσότερα, αν δεν υπήρχαν οι ηρωικοί αντάρτες
του Πόντου.
Η ήττα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο
έφερε μια προσωρινή ανάπαυλα στους διωγμούς. Ωστόσο, δεν θα διαρκέσει για
πολύ. Μόλις 4 ημέρες μετά την αποβίβαση του ελληνικού στρατού στη Σμύρνη,
στις 19 Μαΐου 1919, αρχίζει η δεύτερη και σκληρότερη φάση της Ποντιακής
Γενοκτονίας.
Ο Μουσταφά Κεμάλ αποβιβάζεται στη Σαμψούντα ως απεσταλμένος της
οθωμανικής κυβέρνησης, με την ιδιότητα του επιθεωρητή της «Παραινετικής
Επιτροπής» και με την εντολή να αποκαταστήσει την τάξη στην περιοχή του
Πόντου όπου, κατά την αναφορά του Άγγλου φρούραρχου στη Σαμψούντα, τα
ελληνικά χωριά δέχονταν συνεχώς επιθέσεις από τουρκικές συμμορίες. Αντ’
αυτού, ο Κεμάλ, με τη βοήθεια μελών του Νεοτουρκικού Κομιτάτου, συγκροτεί
τη μυστική εθνικιστική οργάνωση "Mutafai Milliye" και θέτει ως γενικό
αντιπρόσωπό του στην παραλιακή ζώνη του Πόντου τον Τοπάλ Οσμάν. Υπό
την ηγεσία του Τοπάλ Οσμάν θα διενεργηθούν μαζικές επιχειρήσεις εξόντωσης
κατά του τοπικού, ποντιακού πληθυσμού.
Καθώς ο νέος Ελληνο-τουρκικός Πόλεμος μαίνεται και το ελληνικό
εκστρατευτικό σώμα προελαύνει προς την Άγκυρα, ο Κεμάλ συνεχίζει τους
διωγμούς στον Πόντο με μεγαλύτερη ένταση. Στήνονται στις πόλεις του Πόντου
τα διαβόητα „έκτακτα δικαστήρια ανεξαρτησίας“, που καταδικάζουν και
εκτελούν. Οι διαμαρτυρίες και οι εκκλήσεις από τον Πόντο, αλλά και από τις
ποντιακές οργανώσεις του εξωτερικού, μένουν χωρίς αποτέλεσμα. Επί της
ουσίας κανείς δεν πρόκειται να παρέμβει. Ο Ποντιακός Ελληνισμός θα αφεθεί
αβοήθητος στον εξανδραποδισμό και την προσφυγιά.
Οι Έλληνες του Πόντου, γύρω στα 1914, ανέρχονταν σε πάνω από
700.000 ανθρώπους. Από αυτούς υπολογίζεται ότι περισσότεροι από 350.000 –
δηλαδή το 50% – ήταν τα ανθρώπινα θύματα της Ποντιακής Γενοκτονίας
μεταξύ 1914-23. Ο επίλογός της θα γραφτεί με τη Συνθήκη της Λοζάνης (του
1923) για την αναγκαστική ανταλλαγή των πληθυσμών μεταξύ Ελλάδας και
Τουρκίας. Ο βίαιος ξεριζωμός από τον Πόντο θα ολοκληρωθεί με την
αναγκαστική προσφυγιά των επιζώντων της τραγωδίας. Κανείς Πόντιος δεν
απομένει στην ιστορική του πατρίδα, εκτός από όσους είχαν εξισλαμιστεί ανά
τους αιώνες. Ένα τμήμα των Ελλήνων Ποντίων καταφεύγει στις γειτονικές
σοβιετικές δημοκρατίες, ενώ η πλειονότητά τους μεταφέρεται στην ελληνική
Μακεδονία και Θράκη. Οι Έλληνες πρόσφυγες που ήλθαν μόνο από τον Πόντο
στην Ελλάδα ανέρχονται, κατά τους υπολογισμούς της Επιτροπής Ποντιακών
Μελετών, σε 325.000 έως 400.000 άτομα.
Η γενοκτονία των Ελλήνων στον Πόντο, όπως και εκείνη των Αρμενίων
αλλά και μικρότερων λαών της Μικράς Ασίας, υπήρξε το αποτέλεσμα της
ανάγκης της τουρκικής αστικής τάξης να ιδρύσει το δικό της έθνος-κράτος με
κάθε κόστος. Σε αυτό το πλαίσιο εντασσόταν η απόφαση των Τούρκων
εθνικιστών να επιλύσουν το εθνικό πρόβλημα του νέου τους κράτους μέσα από
τη φυσική εξαφάνιση γηγενών εθνοτήτων. Στην περίπτωση των χριστιανικών
λαών, Ελλήνων και Αρμενίων, αυτό συνεπαγόταν γενοκτονία και υποχρεωτική
έξοδο των επιζώντων, ενώ στην περίπτωση των μουσουλμανικών λαών, όπως οι
Κούρδοι, αυτό μεταφράστηκε σε πολιτική βίαιης τουρκοποίηση εντός της,
νεοϊδρυθείσας, τουρκικής επικράτειας. Οι μεγάλες δυνάμεις της εποχής όχι
μόνο ανέχτηκαν τα εγκλήματα που διαπράττονταν επικαλούμενες υποκριτικά
την ουδετερότητα, αλλά σε πολλές περιπτώσεις ήταν εκείνες που τα
υποδαύλιζαν, για χάρη των δικών τους οικονομικών και πολιτικών
συμφερόντων στην ευρύτερη περιοχή.
Η οριστική, η πραγματική δικαίωση για τη Γενοκτονία του Ποντιακού
Ελληνισμού – όπως και για τις γενοκτονίες όλων των άλλων λαών παντού στη
Γη – θα έρθει μόνο όταν πάψουν οι πόλεμοι και τα συμφέροντα που τους
προκαλούν. Όταν όλοι οι λαοί αδελφωμένοι θα παλεύουν για την κοινή
προκοπή τους, χωρίς μίση και ανταγωνισμούς. Και ο Ποντιακός Ελληνισμός
αποτελεί παράδειγμα προς μίμηση από αυτήν την άποψη, γιατί παρά τις
καταστροφές που υπέστη, παρά τον απέραντο πόνο και την προσφυγιά, μπόρεσε
να ορθοποδήσει, μπόρεσε να προκόψει στην Ελλάδα και να κρατήσει τις
ιδιαίτερες παραδόσεις και την ιστορία του.
Είναι χαρακτηριστικός, ως προς αυτό, ο στίχος του ποντιακού δημοτικού
τραγουδιού: «Η Ρωμανία κι αν πέρασεν, ανθεί και φέρει κι άλλο!» Στίχος που
θυμίζει και ένα από τα 18 Λιανοτράγουδα της Πικρής Πατρίδας του Γιάννη
Ρίτσου:
[Κουβέντα με ένα λουλούδι]
Κυκλάμινο-κυκλάμινο στου βράχου τη σχισμάδα,
πού βρήκες χρώματα κι ανθείς, πού μίσχο και σαλεύεις;
Μέσα στο βράχο σύναξα το γαίμα στάλα-στάλα,
μαντήλι ρόδινο έπλεξα κι ήλιο μαζεύω τώρα.
Σας ευχαριστώ.