ΠΟΝΤΙΑΚΕΣ ΦΡΑΣΕΙΣ ΚΑΙ ΕΚΦΡΑΣΕΙΣ

 

ΠΟΝΤΙΑΚΕΣ  ΦΡΑΣΕΙΣ  ΚΑΙ  ΕΚΦΡΑΣΕΙΣ 

 

  • Αγνά κι αγναρα εφάϊσε μας. Μας φιλοξένησε εξαιρετικά.

 

  • Αλείφκεται  απάν’ ιμ’.  Με περιποιείται για να αποκτήσει την εύνοιά μου.

 

  • Άμον αζούλιγον γαρκόν.Για νέο ατίθασο.

 

  • Άμον αλεπός.Για πανούργο.

 

  • Άμον άναλον χαλβάν. Για άνθρωπο που δεν έχει χάρη στις εκφράσεις του.

 

  • Άμον άρκος. Για άνθρωπο μεγαλόσωμο και ρωμαλέο ή αγροίκο ή βάρβαρο.

 

  • Άμον εγάπεσα να τρώω στύπα. Επιθύμησα να φάω τουρσί.

 

  • Άμον ζου άλειμμαν έρται απαγκέσ’. Επιπλέει σαν ζωικό λίπος, για ένοχο που προσποιείται τον αθώο.

 

  • Άμον τίζα εκολλίε με. Για άνθρωπο ενοχλητικό που δεν απομακρύνεται.

 

  • Άμον αστράτευτον μωρόν. Για τον άπειρο του κόσμου, τον ανίδεο.

 

  • Απάν’  σ’αχάντα κάθουμαι. Ανησυχώ πολύ.

 

  • Αποσκεπάουμαι και καταρούμαι. Όταν καταριέται κάποιος ασκεπής η κατάρα είναι αποτελεσματικότερη. 

 

  • Αργώς επέμ’νες. Ειρωνικά άργησες να το κάνεις

 

  • Άρ κέχ’  σο κατζίν ατ’. Φιλότιμο δεν έχει στο μέτωπό του.

 

  • Άσκεμα κρέατα. Το αιδοίο. (Γυναικεία γεννητικά όργανα)

 

  • Άσκεμον χέριν. Το αριστερό.

 

  • Ας σο στούδιμ’ έν’  το  κι αγαπίουμε.  Απ’ τη φύση μου είναι να μην αγαπιέμαι.

 

  • Ατζούπωτο τσουκάλι. Άνθρωπος που δεν κρατά μυστικό.

 

  • Αφκά  σα πλάκας  ιμ’ γράφτ’ ατον.  Τον γράφω στα παλιά μου τα παπούτσια.

 

  • Αφορισμένον αλεύριν.  Εκείνο που αλέστηκε την Κυριακή, την ώρα της εκκλησίας.

 

  • Αψύν οξίδιν έν’. Είναι οξύθυμος. 

 

  • Γουρπάνισ’ να  ίνουμε .  Θυσία να γίνω για σένα.

 

  • Εέντον ανεμοκαλίτζα κι εχάθεν. Έγινε ανεμοστρόβιλος και χάθηκε

 

  • Εκεί  σ’οσπίτ’ αγουρέαν  κι μυρίζ’. Σ’ εκείνο το σπίτι δεν υπάρχει κανένας άντρας.

 

  • Εμαρέθαν τα  μάραντατ’. Μελαγχόλησε.

 

  • Ενέλτσεν το χτήνον.  Είναι ετοιμόγεννη η αγελάδα κάτι που φαίνεται από τα υγρά που προηγούνται του τοκετού.

 

  • Ενέλτσεν το δόντ’νατ’. Αισθάνεται επιθυμία απολαύσεως, από μεταφορά της έκκρισης περισσοτέρου σάλιου όταν γεννηθεί η επιθυμία για κάτι φαγώσιμο.

 

  • Ενέλτσεν να έρται μετ’ εμέν. Επιθύμησε να έρθει μαζί μου.

 

  • Ενέλτσεν ο κώλος ατ’.Κατουρήθηκε στον ύπνο του.

 

  • Ενοίγαν τα  μάραντατ’. Συνήλθε από ασθένεια, έγινε εύθυμος.

 

  • Επαίρεν άψιμον η τεπέ ατ’.Έγινε έξαλλος από θυμό.

 

  • Επεκρεμάγα  σην γούλαν ατ’. Στήριξα σ’ αυτόν τις ελπίδες μου.

 

  • Επεξέγκα το φαίν  ντο έφαγα. Ξεπλήρωσα το φαΐ που έφαγα προσφέροντας υπηρεσία.

 

  • Επεστάθε με το φαίν. Μου στάθηκε το φαΐ (στο λαιμό).

 

  • Επέφυγέ με. Μου ξέφυγε.

 

  • Έρθεν κι επέμνεν. Έμεινε άφωνος από έκπληξη.

 

  • Έρται τ’ αχούλ’  σο κιφάλι μ’. Συνέρχομαι διανοητικώς, παύω να είμαι κατάπληκτος, ή παύω να παρεκτρέπομαι. 

 

  • Εσέγκεν τον νερόν σ’ αυλάκ’. Πέτυχε αυτό που ήθελε.

 

  • Εσπάλτσεν τ’ οσπίτ’ νατ’. Κατάστρεψε την οικογένειά του. 

 

  • Ευτάει αλεπέσα.  Κάνει πονηριές αλεπούς.

 

  • Εφέκε μας χρόνα. Πέθανε.

 

  • Έφαεν  κι εκάτσεν κα.  Δέχτηκε σιωπηρά και αδιαμαρτύρητα την βρισιά ή την προσβολή που του έγινε.

 

  • Έφυγαν τα τοχούμα τ’. Τρομοκρατήθηκε και χλόμιασε.  

 

  • Εχπαράα κι εχάθα. Τρόμαξα πολύ.

 

 

  • Θα παίρω σε και στέκω αποπαγκαικά.Θα σε δείρω από το κεφάλι μέχρι τα πόδια ή θα σου τα ψάλλω από πάνω μέχρι κάτω. 

 

  • Κάθ’κα σον ακάθιστον. Στον ανεπιθύμητο που ψάχνει και δεν βρίσκει να κάτσει.

 

 

  • Καλανταρί αγγούρα ψαλαφά. Γι αυτόν που ζητά κάτι παράκαιρα.

 

  • Κολί’ αχνίδ’.Ο κόκκυγας της σπονδυλικής στήλης.

 

 

  • Κρούει καλόν τοξάρ ’.Παίζει ωραία λύρα.

 

  • Κρούω το χέριμ’  σο βαγγέλεν. Ορκίζομαι στο Ευαγγέλιο.

 

  

  • Να λελεύω σε. Να σε χαρώ

 

  • Να ποδεδίζω σε. Να σε χαίρομαι.

 

 

  • Να τρώω τα κάκκαλα σ’. Συνήθως τη φράση αυτή λένε οι γιαγιάδες στα εγγόνια.

 

  • Ντο είπαμε να γίν’τανε άλας και νερόν. Να ξεχαστούν αυτά που είπαμε όπως διαλύεται το αλάτι στο νερό.

 

  

  • Παρέξ’ τη τραπεζί’. Έκφραση ευγενείας κατα την ώρα του φαγητού, όταν πρόκειται να ειπωθεί από κάποιον λέξη ή φράση αισχρή ή άσεμνη.

 

  • Πολλά που νουνίζει, πολλά παθάνει. Αυτός που σκέφτεται πολύ, παθαίνει πολλά.

 

 

  • Τα λόγια τ’ επεκρύωσανε με. Με απογοήτευσε, με αποθάρρυνε.

 

  • Τζιρνίαν  κ’ εβγάλλ’.  Σιωπά τελείως.

 

  

  • Το κατσί μ’ άσπρον έν’. Είμαι τίμιος.

 

  • Τρανόν αξιναρέαν εδώκεν ατον ο θεός. Τον τιμώρησε σκληρά.

 

 

  • Τρανόν γούλαν έχει.  Είναι λαίμαργος.

 

  • Τρώγω την καρδία μ’.Λυπάμαι κατάκαρδα.

 

 

  • Τσούρωσον την λαλία σ’. Πάψε να μιλάς.

 

  • Τ’ ωτία μ’ στέκ’νε τίκια. Εντείνω την ακοή μου για να ακούσω καλά και να μη μου ξεφύγει τίποτα.

 

 

  • Ψέματα κι λέει,  σην αλήθειαν  κ’ ευρίεται. Ειρωνική αντίφαση.