ΠΟΝΤΙΑΚΕΣ ΠΑΡΟΙΜΙΕΣ

 

ΠΟΝΤΙΑΚΕΣ ΠΑΡΟΙΜΙΕΣ (Ποντιακά παροιμίας)

 

  • Αδάμ’ς αιΐδα κ’ είχεν και πυτίδα εσέρευεν.

Ο Αδάμ γίδια δεν είχε και πυτιές μάζευε.

 Γι αυτόν που προσπαθεί ν’ αποκτήσει πράγμα που δεν το χρειάζεται.

  • Αλεπόν τρώει κι η ζεπίρα πρέσκεται.

Η αλεπού τρώει και το κουνάβι πρήζεται.

Για όποιον υπόκειται τις συνέπειες των πράξεων άλλων.

  • Άλλα ζα σπάουνταν και άλλα μαρουκούνταν.

Άλλα ζώα σφάζονται και άλλα μηρυκάζουν

Γι αυτούς που ευθυμούν ενώ άλλοι δυστυχούν.

  • Άλλ’ τερούν και σπάν’νε κι άλλ’ τρώγ’νε και σπάν’νε.

Άλλοι κοιτούν και σκάνε και άλλοι τρώνε και σκάνε.

Άλλοι υποφέρουν από την στέρηση και άλλοι από την κατάχρηση της αφθονίας. 

  • Αλλομίαν αν αντρίζω θ’ εγροικώ και κοιματίζω.

Αν ξαναπαντρευτώ θα ξέρω να προσποιούμαι.

Η πείρα είναι ο καλύτερος οδηγός.

  • Αν έχ’ μουσκάρ’ θα γεννά.

Αν έχει μοσχάρι (αν είναι έγκυος) θα γεννήσει.

Δηλαδή ότι είναι να γίνει, θα γίνει

  • Άρκον πα τα σεράντα χρόνα μίαν αχπαράεται.

Κι η Αρκούδα στα σαράντα χρόνια μια φορά τρομάζει.

Για γεγονός σπάνιο.

 

  • Ας σον Ορωμαίον π ’ίνεται Τούρκος κι άλλο αφορισμένος ίνεται.

Αυτός που από Ρωμιός γίνεται Τούρκος γίνεται σκληρότερος.

Ο χειρότερος εχθρός είναι εκείνος που υπήρξε φίλος μας γιατί γνωρίζει τα ελαττώματά μας.

  • Βζημένον φουρνίν, ψωμία κι ψεν’.

Σβηστός φούρνος ψωμιά δεν ψήνει.

Για πράγματα ή όντα των οποίων η ενέργεια έχει εξαντληθεί.

  • Δύο καρπούζα σ’ έναν γολτούκ κι κρατίουνταν.

Δυο καρπούζια σε μια μασχάλη δεν κρατιόνται.

Δεν είναι δυνατόν να γίνουν δυο δουλειές ταυτόχρονα. 

  • Εγέννεσεν το βούδ’ κι εποίκεν γαρκόν.

Γέννησε το βόδι και έκανε μοσχάρι.

Λέγεται: Γι αυτούς που ανακοινώνουν σαν σπουδαία και ενδιαφέρουσα, ασήμαντη είδηση. 

  • Εγώ απιτάζω τον σκύλον κι ο σκύλον απιτάζ’ τ’ ουράδ’ν ατ’.

Εγώ διατάζω τον σκύλο κι ο σκύλος την ουρά του.

 Αυτός που αναθέτει σε άλλον αυτό που του ανέθεσαν.

  • Εγώ λέγ’ ατον καλόερος είμαι, κι ατός ερωτά με πόσα παιδία έ’εις;

Εγώ του λέω είμαι καλόγερος, και αυτός με ρωτάει πόσα παιδιά έχεις;

Αυτός που επιμένει να ρωτά το ίδιο πράγμα αν και στην πρώτη ερώτηση πήρε αρνητική απάντηση.

  • Εδώκαν πρόσωπον τον Αλήν, και εσκώθεν έχεσεν   σο χαλίν.

Έδωσαν αξία στον Αλή, και σηκώθηκε και έχεσε στο χαλί.

 Για αγροίκους και ανάγωγους που κάνουν κατάχρηση της συμπάθειας και της φιλοξενίας που τους επιδεικνύουν. 

 

 

  • Είναν κ’ εμόναζαν κι εκείνος έλεεν, τ’ άρματαμ’ πού να κρεμάνω;

Κάποιον δεν τον φιλοξενούσαν κι εκείνος έλεγε, τα άρματά μου πού να τα κρεμάσω;

 Για τον ανεπιθύμητο που κάνει πως δεν καταλαβαίνει.

  • Εκάεν υλέε κι είνας μάνα π’ εγέννεσεν οφίδ’ είπεν, αϊλλοί εμέν, θα καίγεται τ’ οφίδ’ ιμ’.

Κάηκε το δάσος και μια μάνα που γέννησε φίδι είπε, αλίμονο σε μένα, θα καεί το φίδι μου.

Η μάνα αγαπά και το χειρότερο παιδί της.

  • Εκαλόμαθεν η γραία σα σύκα θα τρώει και τα συκόφυλλα.

Καλόμαθε η γριά στα σύκα θα φάει και τα συκόφυλλα.

Αυτός που έχει την απαίτηση να του γίνεται συνέχεια η χάρη επειδή του έγινε μια φορά.

  • Έκλεγε ο μισοκιακέρης κι ο που κ’είχε ετραβώδανε.

Έκλεγε ο εύπορος κι ο στερούμενος τραγουδούσε.

Για πλούσιο που κλαίγεται και για φτωχό που αδιαφορεί για τη φτώχεια του.

  • Εκυλίεν η τέντζερη κι εύρεν το γαπάχ’.

Κύλισε ο τέντζερης και βρήκε το καπάκι.

Λέγεται: για ανθρώπους όμοιου κακού χαρακτήρα που συνάπτουν φιλία ή συνεταιρίζονται.

  • Έμαθεν η γραία αβράκωτος και βρακωμέντζα εντρέπεται.

Έμαθε η γριά ξεβράκωτη και βρακωμένη ντρέπεται.

Αυτός που δεν ξεχνά τις κακές του συνήθειες έστω και ανήθικες.

  • Εμ’ τ’ ωβού  τ’απέσ’, εμ τ’ελαίας τ’ έξ’.

Και του αβγού το μέσα και της ελιάς το έξω.

Ο  πλεονέκτης που θέλει τα πάντα για τον εαυτό του.

 

  • Εννέα Ιμερίτ’ και δέκα παρχανάδες.

Εννέα Ιμερίτες αγωγιάτες που συνταξίδευαν, αντί να καταλύσουν στον ίδιο σταθμό ανάπαυσης σαν συμπατριώτες, κατέλυσαν χωριστά λόγω διαφωνιών.

Λέγεται: Για ομάδα ανθρώπων που είναι αδύνατον να συμφωνήσουν.

  • Επαίρεν πρόσωπον θέλ’ και τ’ αστάρ’.

Πήρε πρόσωπο  θέλει και την φόδρα.

Αυτός που παίρνει θάρρος και γίνεται ενοχλητικός με τις απαιτήσεις του.

  • Επείνασεν ο κούκουδας κι ερούξεν σα τσιχρίτας.

Πείνασε η κουκουβάγια κι έπεσε στις ακρίδες.

 Γι αυτόν που στην ανάγκη δέχεται φτηνά πράγματα.

  • Έρθεν ο χάρον  σην πόρταν κι όλ’ την νύφεν ετέρεσαν.

Ήρθε ο χάρος στην πόρτα και όλοι τη νύφη κοίταξαν.

Σε μια οικογένεια νύφη θεωρείται πάντα ξένη και δεν απολαμβάνει τη στοργή που απολαμβάνουν τα υπόλοιπα μέλη.

  • Εύκαιρον σακίν  σα ποδάρα κι στέκει.

Άδειο τσουβάλι στα πόδια δεν στέκεται.

Ο νηστικός δεν μπορεί να σταθεί στα πόδια του.

  • Έχω σκύλον και σύρ’ με τον λύκον.

Έχω σκύλο και πηγαίνει με τον λύκο.

 Φίλος ή συγγενής που υποστηρίζει τον εχθρό.

  • Η γραία ας τ’ εγαμέθεν εσπάλιξεν την πόρταν.

Η γριά αφού γαμήθηκε, έκλεισε την πόρτα.

Γι αυτούς που το πάθημα έγινε μάθημα.

  • Η κορώνα όπου κι αν πάει, μαύρα ωβά ευτάει.

Το κοράκι όπου κι αν πάει μαύρα αβγά κάνει.

Ο ανεπρόκοπος όπου κι αν πάει ανεπρόκοπος είναι.

  • Η κοσσάρα όντες έρται τ’ ωβγόν  σον κώλον ατ’ς αραεύ’ φωλέαν.

Η κότα όταν έρθει το αβγό στον κώλο της ψάχνει για φωλιά.

Αυτός που δεν προνοεί και τρέχει την τελευταία στιγμή.

  • Η κοσσάρα πρώτα ωβγάζει κι επεκεί κακανίζει.

Η κότα πρώτα γεννάει το αβγό και μετά κακαρίζει.

Αυτός που καυχιέται για μελλοντικό κατόρθωμα χωρίς να είναι βέβαιη η επιτυχία.

  • Η κοσσάρα πίν’ νερόν και τερεί  σον ουρανόν.

Η κότα πίνει νερό και κοιτάει στον ουρανό

Λέγεται: Προς αγνώμονα στον οποίο προβάλλεται σαν παράδειγμα ευγνωμοσύνης προς τον θεό, η συνήθεια της κότας να ανυψώνει το κεφάλι της κάθε φορά που καταπίνει νερό.

  • Η μαμή σύρ’ τ’ ανάγκας κι ο ποπάς τρώει το φούστρον.

Η μαμή τραβάει τα ζόρια κι ο παπάς τρώει την ομελέτα.

 Όταν άλλος κοπιάζει και άλλος απολαμβάνει.

  • Η μερμήκα πα με τ’ εκεινές το γαντάρ’ σεράντα πατμάνα έρθεν.

Και το μυρμήγκι με τη δική του ζυγαριά σαράντα πατμάνια  (ζυγίστηκε).

 Για τον καθένα που κρίνοντας τον εαυτό του με το δικό του μέτρο όχι μόνο δεν μειώνει την αξία του αλλά αντιθέτως την αυξάνει            

  • Ήντζαν γίνεται πρόβατον, τρώει ατον ο λύκον.

Όποιος γίνεται πρόβατο, τον τρώει ο λύκος.

 Για όποιον ταπεινώνεται ή φέρεται ήρεμα και έτσι κινδυνεύει να περιφρονηθεί ή να αδικηθεί.               

  • Ήντζαν λέει ατον η ψωλή μ’ αγγούρ’ έν’, παίρ’ τ’ άλας και τρέχ’.

Όποιος του πει το πέος μου αγγούρι είναι, παίρνει το αλάτι και τρέχει.

Ο  ευκολόπιστος που ότι του πουν το πιστεύει.

 

 

  • Ήντζαν κρατεί το μελοκούτ’, λείχ’ το δάχτυλον ατ’.

Όποιος κρατάει το κουτί με το μέλι, γλείφει το δάχτυλό του.

Αυτός που επωφελείται από ξένα πράγματα ή χρήματα που ο ίδιος διαχειρίζεται.

  • Ήντζαν εβγαίν’ και πορπατεί, για κάτ’ ευρίκ’ και τρώει, για κάτ’ ευρίκ’ και τρώει ατον. 

Όποιος βγαίνει απ’ το σπίτι του και περπατάει, ή κάτι βρίσκει και τρώει, ή κάτι τον βρίσκει και τον τρώει. 

Απ’ την αδράνεια δεν υπάρχει όφελος, ενώ απ’ την κίνηση κάποιος ωφελείται, έστω και κατά αντίθεση κωμική ο θάνατος είναι λύτρωση.

  • Η τσούνα ασ’ τ’ εκουταβίεσεν, μαλέζ’  κ’ εχόρτασεν.

Η σκύλα από τότε που γέννησε αλευρόσουπα δεν χόρτασε.

Λέγεται: για γονιό που στερείται για χάρη των παιδιών του.

  • Η τυχερέσσα η μάνα, το πρωτικάρ’ν ατ’ς κορίτζ’ εφτάει ατο.

Η τυχερή η μάνα το πρώτο παιδί της  κορίτσι το κάνει.

Λέγεται: Για τη μάνα που το πρώτο παιδί της είναι κορίτσι και γρήγορα θα έχει βοηθό στις δουλειές του σπιτιού.

  • Καθαείς λέει το τάνι μ’ άσπρον έν’.

Ο καθένας λέει το τάνι μου άσπρο είναι.

 Για όποιον επαινεί τα δικά του πράγματα.

  • Καινούργο μ’ κοσκίν’ πού κρεμάνω σε και σαν παλάντζ πα πού σύρω σε.

Καινούργιο μου κόσκινο που να σε κρεμάσω και σαν παλιώσεις που να σε πετάξω.

Για κάθε πράγμα που του δίνουμε ιδιαίτερη σημασία όσο είναι καινούργιο, και όταν παλιώσει δεν του δίνουμε σημασία.

  • Καλώς τον Άγιον τη Θεού τον παξιμαδοκλέφταν.

Καλώς τον άγιο του θεού τον παξιμαδοκλέφτη.

 Για άνθρωπο που υποκρίνεται τον θεοσεβούμενο και τον ενάρετο ενώ σε κάθε ευκαιρία διαπράττει άνομες πράξεις.

  • Κρίμαν  σο βούδιν τ’ έσπαξα και    σην χαράν τ’ εποίκαμ’.

Κρίμα στο βόδι που έσφαξα και στον γάμο που κάναμε.

Λέγεται: Για διαψευσθείσα ελπίδα.

  • Λιμόχορος- λιμόχορος και πεινασμένος γάμος. Ταν- ταν κοιλίαν εύκαιρον και δόντα ακονεμένα.

Χορός δίχως φαγοπότι και πεινασμένος γάμος, ταν- ταν κοιλιά άδεια και δόντια ακονισμένα.

Λέγεται ειρωνικά για γάμο χωρίς φαγοπότι.

  • Λιχνέας  κ’ είμαι, παραπονέας είμαι.

Λαίμαργος δεν είμαι, παραπονιάρης είμαι.

 Γι αυτόν που παραπονιέται όχι γιατί είναι πλεονέκτης, αλλά γιατί στερείται ενώ άλλος αναξιώτερος απολαμβάνει περισσότερα.

  • Λύκος έρθεν  σα πρόβατα αϊλλοί που έχ’ το έναν.

Λύκος ήρθε στα πρόβατα αλίμονο σ’ αυτόν που έχει ένα.

Για κίνδυνο που απειλεί τους πάντες, πλήττει όμως περισσότερο τον φτωχό.

  • Μεγάλο βούκα φα και μεγάλο λόγο μη λες.

Μεγάλη μπουκιά φάε αλλά μεγάλο λόγο μη λες.

 Γι αυτόν που καυχιέται.

  • Με τη χώρας τα κοκκία ευτάει τον κύρ’ν ατ’ ψαλμόν.

Με ξένα κόλλυβα κάνει στον πατέρα του μνημόσυνο.

 Γι αυτόν που επιδεικνύεται με ξένα χρήματα (δανεικά).

  • Με το ζόρ’ ο σκύλον  σα πρόβατα  κι πάει, κι αν πάει κ’ οράζ’ ατα.

Με το ζόρι ο σκύλος στα πρόβατα δεν πάει, κι αν πάει δεν τα προσέχει.

Αν δεν αγαπά κανείς αυτό που πρέπει να κάνει, με το ζόρι δεν το κάνει.

 

 

  • Με τον καιρόν κ’ έβρεχεν και παρώρας χαλάζ’ εντούν’νεν.

Όταν έπρεπε δεν έβρεχε και όταν δεν έπρεπε έριχνε χαλάζι.

 Για καταστάσεις που δεν γίνονται στην ώρα τους.

  • Μη κλαις κιφάλ’, ντ’ εδέβασες, κλάψον ντο θα δεβά’εις.

Μην κλαις κεφάλι γι αυτά που πέρασες, κλάψε γι αυτά που θα περάσεις.

 Γι αυτόν που στεναχωριέται για κακό που έπαθε, ενώ ενδέχεται να πάθει ακόμα μεγαλύτερο κακό.

  • Να μέλ’, να κερίν.

Ούτε μέλι, ούτε κερί.

Για πρόσωπο τελείως άχρηστο, κατά μεταφορά κηφήνας.

  • Νεφέσ’ αν  κ’ επορείς να παίρτς, ζουρνατζής μη γίνεσαι.

Ανάσα αν δεν μπορείς να πάρεις, μη γίνεσαι ζουρνατζής.

 Γι αυτόν που προσπαθεί να κάνει κάτι πέρα από τις δυνάμεις του.

  • Ντο έβρεξεν ο ουρανόν  η γη να μη  κ’ εδέχτεν.

Τι έβρεξε ο ουρανός κι η γη δεν το δέχτηκε.

Αυτός που υπομένει τις συμφορές της μοίρας.

  • Ντο έν’ τη καμελί ορθόν να έν’ κι η γούλα  ’θε;

Τι είναι της καμήλας ίσιο για να είναι και ο λαιμός της.

Όταν οι πράξεις ενός ανθρώπου είναι στο σύνολο κακές, και κάθε επί μέρους πράξη είναι κακή.

  • Ντο θα λες ατο χουκ και μουκ πέει ατο αρμούτ’.

Αντί να το λες χουκ και μουκ πές το αρμούτ (απίδι).

Δηλαδή πές το ορθά κοφτά.

  • Ο δάβολον δουλείαν κ’ είχεν κι εσυνεσέβεν τα παιδία τ’.

Ο διάβολος δουλειά δεν είχα και τα έβαζε με τα παιδιά του.

 Για άνεργο που ασχολείται με πράγματα απρεπή και ενοχλητικά.

  • Όθεν λαγγεύ τ’ αιγίδ’ λαγγεύ και το κορίτ’.

Όπου πηδά η κατσίκα, πηδά και το κατσικάκι.

Τα παιδιά μιμούνται και μαθαίνουν αντιγράφοντας τους γονείς.

  • Ο Θεόν εδίνεν τα φάβατα σ’ εκείντζ που  κ’ είχαν δόντα.

Ο θεός έδινε τα κουκιά σ’ αυτούς που δεν είχαν δόντια.

 Γι αυτούς που δεν είναι ικανοί να απολαύσουν τα αγαθά που έχουν.

  • Ο θεός σκάλας χτίζ’, άλλ’ ανηβαίν’νε κι άλλ’ κατηβαίν’νε.

Ο θεός σκάλες φτιάχνει, άλλοι ανεβαίνουν και άλλοι κατεβαίνουν.

 Εύκολα μπορεί να γίνει κάποιος από ευτυχισμένος δυστυχισμένος και το αντίθετο.

  • Οι παλαλοί εχόρευαν  σου παλαλού τον γάμον.

Οι τρελοί χόρευαν στου τρελού τον γάμο.

Για ανθρώπους του ίδιου χαρακτήρα

  • Όλα τα όρνα  σην μονήν και ο χόχορας   σην βοσκήν.

Όλα τα όρνια ησυχάζουν κι η κουκουβάγια ψάχνει για τροφή.

 Γι αυτόν που δρα όταν οι άλλοι ησυχάζουν.

  • Ο λεϊλέκον το στούδ’ ξαμών κι επεκεί βουκούτ’ ατο.

Ο πελαργός το κόκκαλο πρώτα το μετράει και μετά το καταπίνει.

Πριν από κάθε ενέργεια χρειάζεται πολύ σκέψη.

  • Όλ σ’ εμέτερα κι εγώ παρέτερα.

Όλοι  στο σπίτι μας κι εγώ αλλού.

 Για αργόσχολο που περιφέρεται σε ξένα σπίτια.

  • Ο λύκον το μαλλίν ατ’ αλλάζει και το χούϊ’ν ατ ’κι αλλάζει.

Ο λύκος το μαλλί του αλλάζει και τις συνήθειές του δεν τις αλλάζει.

Αυτός που από τη φύση του είναι κακός και δεν αλλάζει να γίνει καλός.

  • Όνταν έμ’νε νύφε, είχα κακέσσαν πεθεράν κι ατώρα που είμαι πεθερά  έχω κακέσσαν νύφε.

Όταν ήμουν νύφη είχα κακιά πεθερά, και τώρα που είμαι πεθερά έχω κακιά νύφη.

Για τις σχέσεις νύφης και πεθεράς που ποτέ δεν θα είναι καλές.

  • Όνταν  κι θέλω να φιλώ σε, ερωτώ σε, πού έν’ το μάγ’λο σ’;

Όταν δεν θέλω να σε φιλήσω σε ρωτώ που είναι το μάγουλό σου.

Για προσποιητή άγνοια.

  • Ο πατέρας εχάρτζεν το παιδίν ατ’ έναν αμπελώναν και το παιδίν εγούεψεν ας σον κύρ’ν ατ’ έναν βοτρύδ΄.

Ο πατέρας χάρισε στο παιδί του ένα αμπέλι και το παιδί τσιγκουνεύτηκε στον πατέρα του ένα τσαμπί.

Για αχάριστο παιδί.

  • Ο πάρδον τα κάκκαλα  τ’ παιγνεύκεται.

Ο γάτος τ’ αρχίδια του παραδέχεται.

Για τον αυτάρεσκο.

  • Ο πεντικόν εκατούρεσεν  σην θάλασσαν κι εποίκεν μερτικόν.

Ο ποντικός κατούρησε στη θάλασσα και απέκτησε μερίδιο.

Γι αυτόν που συνεισφέρει λίγα και απαιτεί πολλά.

  • Οπέρ’ς εκάεν κι οφέτος εμύριξεν.

Πέρυσι κάηκε κι εφέτος μύρισε.

 Γι αυτόν που ασχολείται μάταια με παλιές ή ξεχασμένες υποθέσεις.

  • Όπ’ έχ’ πολλά πιπέρ’,  ση σουρβά πα βάλ’.

Όποιος έχει πολύ πιπέρι και στη σούπα βάζει.

Γι αυτόν που σπαταλά σε πράγματα περιττά.

 

 

  • Όποιον δάχτυλον κόφτ’ς, πονείς.

Όποιο δάχτυλα κόψεις, πονάς.

Ο γονιός πονάει το ίδιο όλα τα παιδιά του.

  • Όποιος φτύζ’ καρσού  ’ σον αέραν, τα γένα τ’ φτύζ’.

Όποιος φτύνει κόντρα στον αέρα, τα γένια του φτύνει.

 Γι αυτόν που δεν δύναται να ανταπαντήσει σε μεγαλύτερες βρισιές που του απευθύνει αυτός τον οποίο προηγουμένως πρόσβαλε.

  • Ονταν εφτάς με κι αρρωστώ τ’ αρρωστικά σ’  ’κι θέλω.

Όταν με κάνεις και αρρωσταίνω, τα γιατρικά σου δεν τα θέλω.

 Για άνθρωπο που προσπαθεί να μας παρηγορήσει για κακό που ο ίδιος προξένησε.

  • Ο σκύλον ας σο τέρεμαν εψόφεσεν.

Ο σκύλος απ’ το κοίταγμα ψόφησε.

Γι αυτόν που μάταια με τα μάτια ερωτοτροπεί.

  • Οσπιτανόν ο ποπάς ευλοΐαν  κ’ έχ’.

Ο παπάς στο δικό του σπίτι δεν έχει ευλογία.

 Για εκείνον που η εργασία δεν υπολογίζεται σαν σπουδαία από τους δικούς του, ενώ η ίδια δουλειά αν γίνει από ξένο θεωρείται σπουδαία.

  • Ούμπαν ακούς πολλά κεράσα, μικρόν καλάθ’ έπαρ’ κι άμε.

Όπου ακούς πολλά κεράσια μικρό καλάθι πάρε και πήγαινε.

Να μην πιστεύουμε στις υπερβολικές κουβέντες και φήμες.

  • Ούμπαν έν’ ο πόνον εκεί έν’ κι η ψη.

Όπου είναι ο πόνος εκεί είναι και η ψυχή.

Στο πονεμένο σημείο του σώματος επικεντρώνεται η προσοχή.

 

 

 

  • Ούμπαν κοτζοί κι ούμπαν στραβοί  σον Άεν Παντελέημον.

Όπου κουτσοί και όπου στραβοί στον Άγιο Παντελεήμονα.

 Για συρροή ανθρώπων διαφόρων κοινωνικών τάξεων σε κοινή συνάθροιση.

  • Ούμπαν πας , οκά τεσσερεκατόν τράμα έχ’.

Όπου κι αν πας η οκά τετρακόσια δράμια έχει.

Για αγοραστεί που νομίζει θα βρει κάποιο πράγμα αλλού φθηνότερα ενώ έχει παντού την ίδια αξία.

  • Ους να ευρίκομε τον αλογάν καλκεύομε τον γαϊδουράν.

Μέχρι να βρούμε τον αλογά καβαλάμε τον γαϊδουρά.

Προσωρινά να βολευόμαστε με ότι έχουμε προσπαθώντας πάντα να βελτιώσουμε την τύχη μας.

  • Ο Χριστόν πρώτα τ’ εκεινού τα γένα ευλόγησεν κ’ επεκεί τα ξένα.

Ο Χριστός πρώτα τα δικά του γένια ευλόγησε και μετά τα ξένα.

Ο καθένας πρώτα φροντίζει τον εαυτό του και μετά τους άλλους.

  • Ο χορτασμένον ας ση πεινασμένονος το χάλ’  κ’ εγροικά.

Ο χορτασμένος δεν καταλαβαίνει το χάλι του πεινασμένου.

Ο ευτυχής δεν καταλαβαίνει τον πόνο του δυστυχή.

  • Παρακεσάκα που κουίζ’ ο πετεινόν, κόφ’νε τη γούλαν ατ’.

Ο πετεινός που φωνάζει παράκαιρα, του κόβουν το λαιμό.

Γι αυτόν που ενεργεί σε χρόνο ακατάλληλο γι αυτό και παθαίνει ζημιά.

  • Πη αγληγορεί να πλουσεύεται, συγκερά με την φτωχίαν.

Όποιος βιάζεται να πλουτίσει, συναντάται με τη φτώχια.

Γι αυτόν που πάει για κέρδη και συναντά αποτυχία.

  • Πε με τον σύντροφο σ’ κι ας λέγω σε ντο είσαι.

Πές μου τον φίλο σου να σου πω τι είσαι.

Για όμοιους χαρακτήρες που κάνουν φιλία και συναναστρέφονται.

  • Πέντε βούδα τρία ζευγάρα.

Πέντε βόδια, τρία ζευγάρια.

 Για βλάκα που δεν διαφέρει σε νοημοσύνη από τα βόδια και προστιθέμενος κι αυτός συγκροτούνται τρία ζευγάρια.

  • Πη καίγεται  σο γάλαν φυσά και   σο ξύγαλαν.

Όποιος καίγεται στο γάλα, φυσά και το γιαούρτι.

Γι αυτόν που παθαίνει κάτι μια φορά και φοβάται σε παρόμοια περίπτωση μήπως το ξαναπάθει, ενώ δεν υπάρχει τέτοιος κίνδυνος.

  • Πη  κι τερεί και κάθεται θαμάσκεται  όταν σ’κούται.

Αυτός που δεν κοιτάει όταν (και που) κάθεται, θαυμάζει (απορεί) όταν σηκώνεται (και βλέπει ότι λερώθηκε).

Για τον απρόσεκτο που του συμβαίνουν απροσδόκητα παθήματα.

  • Ποίος θέλ’ το καλό σ’, ευτάει σε και κλαις.

Αυτός που θέλει το καλό σου, σε κάνει και κλαις.

 Για τον ειλικρινή φίλο που δεν διστάζει να λέει τα ελαττώματά σου, για να τα διορθώσεις.

  • Πολλά μη τρέεις, εφτάντζ τον δάβολον, πολλά οπίσ’ μ’ απομέντζ, εφτάν’ τσε ο δάβολον.

Πολύ μην τρέχεις, φτάνεις τον διάβολο, πολύ πίσω μη μένεις, σε φτάνει ο διάβολος.

Για χωρίς λόγο βιασύνη ή αργοπορία που και τα δυο μπορεί να προκαλέσουν ζημιά.

  • Πολλά μη λεγνύντζ, τζακούνταν τα μέσα σ’.

Πολύ μην αδυνατίζεις, θα σπάσει η μέση σου.

Ειρωνικά γι αυτόν που δείχνει υπερβολική λεπτότητα συμπεριφοράς ή περιποίησης.

  • Πολλά ψηλά πη τερεί, χαμελά ρούζ’.

Όποιος κοιτάει πολύ ψηλά, πέφτει χαμηλά.

 Για αλαζόνα που ταπεινώθηκε.

  • Πολλά πη τρέχ’ οπίσ’ απομέν’.

Αυτός που τρέχει πολύ μένει πίσω.

Για την πολύ βιασύνη που φέρνει αντίθετα αποτελέσματα από τα επιδιωκόμενα.

  • Πολλοί μαγέροι χαλάνουν το φαΐ.

Πολλοί μάγειροι χαλούν το φαί.

Για ζημιά που προκύπτει από διαφορετικές διαταγές πολλών υπευθύνων.

  • Ποπά παιδίν δαβόλου εγγόνιν.

Παπά παιδί, διαβόλου εγγόνι.

Χαριτολογώντας για παιδί παπά που είναι ζωηρό και έξυπνο.

  • Ποπάς αν κι γίνουμαι, διάκος γίνουμαι.

Παπάς αν δεν γίνομαι, διάκος γίνομαι.

Γι αυτόν που αναγνωρίζει στον εαυτό του κάποια αξία.

  • Που κι θέλ’ να ζυμών’,  εφτά ημέρας κοσκινίζ’.

Όποιος δεν θέλει να ζυμώσει, εφτά μέρες κοσκινίζει.

 Για τον απρόθυμο να εκτελέσει κάποιο έργο.

  • Πρώτα φουρνίν κι επεκεί εγκλεσία.

Πρώτα φούρνος και μετά εκκλησία.

Οι βιοτικές ανάγκες είναι ανώτερες ακόμα και των βιοτικών.

  • Πρώτα ώβγασον κι επεκεί κακάντζον.

Πρώτα κάνε το αυγό και μετά κακάρισε.

Γι αυτόν που καυχιέται για ικανότητά του πριν την αποδείξει με έργα.

  • Πρώτον βούκαν π’ έρπαξεν καμίαν  κ’ εκομπώθεν.

Πρώτη μπουκιά που άρπαξε ποτέ δεν ξεγελάστηκε.

Αυτός που προλαβαίνει να φάει ποτέ δεν βγαίνει ζημιωμένος.

  • Ση νεγάμ’σσας τραμ και τρουμ και ση νεγάμ χαπάρ’ κ’ έχ’νε.

Στης νύφης παίζουν τα όργανα και στου γαμπρού δεν έχουν πάρει είδηση.

 Γι αυτούς που συζητούν ξένη υπόθεση εν αγνοία των ενδιαφερομένων.

  • Σιδερένα χέρα θα δουλεύ’νε και μαλαματένα θα κρατούνε.

Σιδερένια χέρια θα δουλεύουν και χρυσά θα κρατάνε.

Σημαίνει ότι για την ευπορία δεν αρκεί μόνο η εργατικότητα αλλά και η οικονομία.

  • Σίτα θ’ εποίναμε ωτίν, εχάσαμε και το μυτίν.

Εκεί που θα αποκτούσαμε αυτί, χάσαμε και τη μύτη.

Αυτοί που επιδιώκουν να αποκτήσουν πολλά και χάνουν και τα λίγα.

  • Σα σεράντα χρόνα επίασεν είναν πεντικόν.

Στα σαράντα χρόνια έπιασε έναν ποντικό.

Για ασήμαντο έργο σε μεγάλο χρονικό διάστημα.

  • Σ’ αλών’ν ατ’ νε βρέχ νε χονίζ’.

Στ’ αλώνι του ούτε βρέχει ούτε χιονίζει.

Για τον παντελώς αδιάφορο.

  • Σ’ ετεψίζ’ τον πρόσωπον εκατούρ’ναν κι εκείνος έλεεν, βρέχ’.

Στου αδιάντροπου το πρόσωπο κατουρούσαν κι εκείνος έλεγε βρέχει.

 Γι αυτόν που δεν έχει το θάρρος να ανταποδώσει τις προσβολές και τις βρισιές που του απευθύνουν.

  • Σην σουρβάν π’ εκάεν, εφύσεσεν και  σο ξύγαλαν.

Αυτός που κάηκε στη σούπα φύσηξε και στο γιαούρτι.

Γι αυτόν που παθαίνει κάτι μια φορά και φοβάται σε παρόμοια περίπτωση μήπως το ξαναπάθει, ενώ δεν υπάρχει τέτοιος κίνδυνος.

  • Σ’ οσπίτ’ν ατ’ πεντικός  κι αλευρούται.

Στο σπίτι του ποντικός δεν αλευρώνεται.

Για άνθρωπο πάμφτωχο που ούτε αλεύρι υπάρχει στο σπίτι του.

  • Τ’ Αγίας Κερεκής τ’ άψιμον.

Της Αγίας Κυριακής η φωτιά.

 Για ζωηρό και κακομαθημένο παιδί.

  • Τ’ άγρα τα μουχτερά τα χιόνα ημερών’νε.

Τα άγρια τα γουρούνια, τα χιόνια τα εξημερώνουν.

Για άνθρωπο αλαζόνα που αναγκάζεται από δυστυχία να ταπεινωθεί.

  • Τα κάτας εξενίτεψαν κι οι πεντικοί χορεύ’νε.

Οι γάτες ξενιτεύτηκαν κι οι ποντικοί χορεύουν.

 Για τους ατακτούντες όταν απουσιάζουν οι ανώτεροί τους.

  • Τα λάχανα ελέπ’ και την φραχτήν  κ’ ελέπ’.

Τα λάχανα τα βλέπει, αλλά τον φράχτη δεν τον βλέπει.

Γι αυτόν που δεν βλέπει τις δυσκολίες που ενδεχομένως θα συναντήσει στην επίτευξη του σκοπού του.

  • Τ’ αλεύρα ξένα κι οι πεντικοί τοουσεύ’νε.

Τα αλεύρια ξένα κι οι ποντικοί μαλώνουν.

 Γι αυτούς που μαλώνουν μεταξύ τους για την απόκτηση ξένου πράγματος.

  • Τάξον τον παλαλόν ας χαίρεται.

Τάξε στον τρελό  να χαίρεται.

Για υποσχέσεις που δεν πρόκειται ποτέ να εκπληρωθούν.

  • Τα παλά τ’ αχύρα εβορίζει.

Τα παλιά τ’ άχυρα λιχνίζει.

Γι αυτόν που ασχολείται μάταια με παλιές και ξεχασμένες υποθέσεις.                     

  • Τ’ άρα όλα επούλησα  και τα ναμούσα  δώκα.

Τα φιλότιμα όλα τα πούλησα και τις υπολήψεις τις έδωσα.

Γι αυτόν που η απόγνωση τον κάνει αναιδή.

  • Τ’ αρσενικόν το λυκούδ’  μίαν γαμισκάται, επεκεί βάλ’ ακούλ’.

Το αρσενικό λυκόπουλο μια φορά γαμιέται, μετά βάζει μυαλό.

Για τον άπειρο που ξεγελιέται την πρώτη φορά, μετά βάζει μυαλό.

  • Τ’ αχούλ’ να επουλίγουτον οι ζαντοί πα αγόραζαν.

Το μυαλό αν πουλιόταν και οι κουτοί θα αγόραζαν.

Για χαρίσματα που δεν αποκτώνται με χρήματα.

  • Τ’ άψιμον όθεν καικά ρούζ’ καίει.

Η φωτιά όπου πέσει καίει.

Η δυστυχία προξενεί  θλίψη στους συγγενείς και όχι στους ξένους.

  • Τ’ αψύν τ’ οξίδιν το σκεύος αχτε χαλάνει.

Το δυνατό το ξύδι χαλάει (φθείρει) το  σκεύος του.

 Για τον οξύθυμο που φθείρει την υγεία του.  

  • Τ’ εσά τ’ άθα ους θα ανθούν, τ’ εμά παραδαβαίν’νε.

Τα δικά σου άνθη ώσπου ν’ ανθίσουν τα δικά μου μαραίνονται.

Γι αυτόν που καθυστερεί υπερβολικά να κάνει μια δουλειά.

  • Τ’ έξ’ το μήλον κόκκινον και τ’ απέσ’ βρούχνας γομάτον.

Απ’ έξω το μήλο κόκκινο και μέσα γεμάτο μούχλα.

Για πρόσωπο ή πράγμα που μόνο εξωτερική εμφάνιση έχει.

  • Τέρ’ την ούγιαν κι έπαρ’ το πανίν, τέρ’ την μάναν κι έπαρ’ το κορίτζιν.

Κοίτα την ούγια και αγόρασε το ύφασμα, κοίτα την μάνα και πάρε το κορίτσι.

Η κόρη έχει τα προτερήματα ή τα ελαττώματα της μάνας.

  • Τη πεθεράς ο θάνατον τη νύφες η χαρά.

Της πεθεράς ο θάνατος της νύφης η χαρά.

Για τη νύφη που χαίρεται κρυφά για το θάνατο της πεθεράς.

 

  • Τη Τρίχας το γεφύριν.

Της Τρίχας το γεφύρι. (Γέφυρα μεταξύ Τραπεζούντας και Ματσούκας στον ποταμό Πυξίτη-Δαφνοπόταμο με θρύλο αντίστοιχο του γεφυριού της Άρτας).

Για υπερβολική καθυστέρηση στην εκτέλεση έργου.

  • Τη φοβετζέα η μάνα καμίαν κ’ έκλαψεν.

Του φοβητσιάρη η μάνα ποτέ δεν έκλαψε.

 Κυρίως σαν προτροπή από μάνα προς παιδί να αποφεύγει να  ριψοκινδυνεύει.

  • Τη χώρας έμπρα σ’ φαίν’ντανε, τ’ εσά οπίσ’  κ’ ελέπεις.

Των ξένων (τα ελεττώματα) μπροστά σου φαίνονται, τα δικά σου πίσω (σου) δεν τα βλέπεις.

 Γι αυτόν που κατηγορεί άλλους για ελαττώματα που κι ο ίδιος έχει.

  • Την κάταν είπαν ατεν το σκατό σ’ βοτάν’ έν’ κι εντώκεν εσκέπασεν ατο.

Της γάτας της είπαν το σκατό σου βότανο είναι και αμέσως το σκέπασε.

Για ανόητο που πράγμα άχρηστο γι αυτόν το θεωρεί σπουδαίο και το κρύβει.

  • Την Κερεκήν, την Κερεκήν θ’ αντρίζ’ η Κοτσκοβόρα.

Την Κυριακή, την Κυριακή θα παντρευτεί η Κοτσκοβόρα.

 Γι αυτόν που υπόσχεται ότι θα κάνει μια δουλειά και όλο την αναβάλει.

  • Την κοιλοπονέτραν ούλ’ εγκούνα έταξαν κι όντας εγέννεσεν, έτρεξεν  σ’ αντρού ατ’ς τα παλεσάλβαρα.

Στην έγκυο όλοι έταζαν μωρουδιακά, κι όταν γέννησε έτρεξε στου άντρα της τα παλιοσώβρακα.

 Γι αυτούς που υπόσχονται βοήθεια για συγκεκριμένη περίπτωση και ξεχνούν την υπόσχεση όταν αυτή παρουσιαστεί.

  • Το γεροντάρ’κον  το βούδ’ εβγάλ’ αυλάκ’.

Το γέρικο το βόδι ανοίγει το αυλάκι.

Οι γέροντες είναι εμπειρότεροι και αποτελεσματικότεροι.

  • Το γλυκίν η γλώσσα  εβγάλ’ τ’ οφίδ’ ας σο τρυπίν.

Η γλυκειά ομιλία βγάζει το φίδι απ’ την τρύπα.

Με τον καλό τρόπο πετυχαίνεις περισσότερα παρά με αυστηρότητα.

  • Το καλόν το πουλίν ας τ’ ωβόν κιάν’ κελαίδεί.

Το καλό το πουλί μέσα απ’ το αυγό κελαηδά.

 Γι αυτόν που από παιδί δείχνει σημάδια προόδου.

  • Το καρφίν ποίος πονεί, χάν’ και το πέταλον.

Όποιος τσιγκουνεύεται το καρφί, χάνει και το πέταλο.

Γι αυτόν που ζημιώνεται λόγω της τσιγκουνιάς του.

  • Το κάστανον εξήβεν ας σο κουμούσ’ κι είπεν φτου κι απόθεν εξέβα.

Το κάστανο βγήκε από το περίβλημά του και είπε φτού από εκεί που βγήκα.

Γι αυτόν που ντρέπεται για την ταπεινή καταγωγή του

  • Το  κ’  εγροικά το κιφάλ’, νεγκάζ’ τα ποδάρα.

Το κεφάλι που δεν κατανοεί, κουράζει τα πόδια.

 Γι αυτόν που αναγκάζεται να πάει κάπου για δεύτερη φορά γιατί δεν σκέφτηκε ή ξέχασε κάτι.

  • Το μωρόν αν  κι κλαίει τζιτζίν (βυζίν)  κι δίγ’ν ατο.

Το μωρό αν δεν κλάψει βυζί δεν του δίνουν.

Για να αποκτήσει κάτι κάποιος πρέπει να το απαιτήσει πολλές φορές επίμονα.

  • Το παπίν εθέλεσεν να ωβγάζει τη χήνας τ’ ωβγόν κι επετσέριξεν τον κώλον αχτε.

Η πάπια θέλησε να γεννήσει της χήνας το αυγό και ξέσκισε τον κώλο της.

 Γι αυτόν που ζημιώνεται προσπαθώντας να μιμηθεί ανωτέρους του.

 

 

  • Το παρότ’  σ’ άψιμον  καικά  κι ταενίζ’.

Το μπαρούτι κοντά στη φωτιά δεν αντέχει.

Εύκολα αναπτύσσονται ερωτικές σχέσεις μεταξύ ετερόφυλων νέων

  • Τ’ ορτακόν το βούδ’ αγλήγορα ψοφά.

Το συνεταιρικό βόδι γρήγορα ψοφά.

 Γι αυτόν που υπηρετεί πολλούς και δεν αντέχει, ή πράγμα που φθείρεται γρήγορα επειδή  χρησιμοποιείται από πολλούς.

  • Το σόπ’ ας σο σεκέρ’ κι χωρίζ’.

Τη στύψη  απ’ τη ζάχαρη δεν το ξεχωρίζει.

Για τον επιπόλαιο και ανόητο.

  • Το σύκον το σύκον τερεί και γίνεται.

Το σύκο, το σύκο κοιτάζει και ωριμάζει.

Δια της μιμήσεως πολλαπλασιάζονται τα καλά και τα κακά.

  • Το τεστίν πολλά φοράς πάει  σο πεγάδ’, άμα μίαν τζακούται.

Η στάμνα πολλές φορές πηγαίνει στη βρύση αλλά μια φορά σπάει.

Μετά από πολλές επιτυχίες ενδεχόμενη είναι και μια αποτυχία.

  • Το τρανόν το ραχίν τρανά χόνα έχει.

Το μεγάλο βουνό έχει και πολλά χιόνια.

Αυτός που έχει μεγάλο αξίωμα έχει και μεγάλες ευθύνες.

  • Το τσιβαλτούζ’ κι αν ρίεται, βελόνιν καταστένει.

Η σακοράφα κι αν λεπτύνει, βελόνα αντικαθιστά.

 Για πλούσιο που έχει υποστεί μεν πολλές οικονομικές ζημιές αλλά έχει ακόμα οικονομικές δυνάμεις.

  • Τουζ- τουζ και νε μέλ’ νε κερίν.

Τουζ- τουζ και ούτε μέλι ούτε κερί.

 Για τον επιδεικτικά και με θόρυβο (όπως η μέλισσα) εργαζόμενο, χωρίς όμως αποτέλεσμα.

  • Τ’ υστερ’νόν το πουσμαντζαλούχ’ παράδας  κ’ ευτάει.

Η καθυστερημένη μεταμέλεια δεν έχει αξία.

Η αναγνώριση λανθασμένων ή κακών ενεργειών πρέπει να γίνεται άμεσα.

  • Το χαμελόν τ’ άλογον όλ’ καβαλκεύ’ν ατο.

Το χαμηλό το άλογο όλοι το καβαλικεύουν.

Για άνθρωπο ήσυχο και βολικό που τον κάνουν ότι θέλουν.

  • Τον άντραν ατ’ς πη  κ’ έκλαψεν, κάπου εθάρρος είχεν.

Αυτή που δεν έκλαψε τον άντρα της, κάπου θάρρος (υπόσχεση γάμου από άλλον άντρα) είχε.

 Γι αυτόν που προβαίνει ασυνήθιστα σε  θαρραλέα πράξη λόγω κρυφής υποστήριξης άλλου.

  • Τον κολυμπετήν  σην έμπαν  κι τερούν ατον,  σην έβγαν τερούν ατον.

Τον κολυμβητή όταν μπαίνει δεν τον κοιτούν, όταν βγαίνει τον κοιτούν.

Η ικανότητα κάποιου φαίνεται όχι όταν αρχίζει ένα έργο αλλά όταν το τελειώνει.

  • Τον λύκον ετραυαγγέλιζαν κι εκείνος ερώτανεν, πόπα τ’ αιΐδα σ’ μέρκιαν’ πάγ’νε.

Τον λύκο τον τραυαγγέλιζαν κι εκείνος ρωτούσε: παπά τα γίδια σου προς τα που πηγαίνουν;

Τα φυσικά κακά ένστικτα δεν αλλάζουν με ηθικές συμβουλές.

  • Τον μισαφίρ’ άγγεψον και το σκαμνίν καλοθέκον.

Τον επισκέπτη ανάφερε και το κάθισμα καλοβάλε.

 Γι όποιον παρουσιάζεται τη στιγμή που γίνεται λόγος γι αυτόν.